εξαγοράζω


εξαγοράζω
[эксагоразо] р. выкупать.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξαγοράζω" в других словарях:

  • ἐξαγοράζω — pres subj act 1st sg ἐξαγοράζω pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξαγοράζω — εξαγοράζω, εξαγόρασα βλ. πίν. 35 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • εξαγοράζω — (AM ἐξαγοράζω) [αγοράζω] 1. απελευθερώνω καταβάλλοντος λύτρα ή χρηματικό ποσό («εξαγοράζω τους αιχμαλώτους», «ἐξηγόρασας ἡμᾱς ἐκ τῆς κατάρας τοῡ Νόμου τῷ τιμίῳ Σου αἵματι») 2. αγοράζω κάτι στο ακέραιο, εξολοκλήρου («εξαγόρασε τις μετοχές τής… …   Dictionary of Greek

  • εξαγοράζω — εξαγόρασα, εξαγοράστηκα, εξαγορασμένος, μτβ. 1. αγοράζω κάτι από άλλον ολόκληρο, στο ακέραιο, αποκτώ πλήρη κυριότητα με αγορά: Εξαγόρασε το μερίδιο του συνεταίρου του. 2. απελευθερώνω κάποιον με καταβολή λύτρων ή κάποιου ανταλλάγματος, λυτρώνω. 3 …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐξαγοράσασθε — ἐξαγοράζω aor imperat mid 2nd pl ἐξᾱγοράσασθε , ἐξαγοράζω aor ind mid 2nd pl (doric aeolic) ἐξαγοράζω aor ind mid 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαγοράσει — ἐξαγοράζω aor subj act 3rd sg (epic) ἐξαγοράζω fut ind mid 2nd sg ἐξαγοράζω fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαγοράσῃ — ἐξαγοράζω aor subj mid 2nd sg ἐξαγοράζω aor subj act 3rd sg ἐξαγοράζω fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξηγοράσθην — ἐξαγοράζω plup ind mp 3rd dual (attic epic doric ionic aeolic) ἐξαγοράζω aor ind pass 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) ἐξαγοράζω aor ind pass 1st sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαγοράζει — ἐξαγοράζω pres ind mp 2nd sg ἐξαγοράζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐξαγοράσαντα — ἐξαγοράζω aor part act neut nom/voc/acc pl ἐξαγοράζω aor part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)